Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Sharing one of those naughty teen stories

Scroll άμαν βαρκέσε να με θκιαβάσεις που κάμνω χαρούες που έφτασα τα 10000 views.

Όταν το εξεκίνησα τούτο το μπλογκ επερίμενα πως δύο-τρία πλάσματα ήταν να με εθκιαβάζαν ούλα τζι'ούλα και τούτοι επειδή ηξέραν με που το προηγούμενο μου μπλογκ. Εφτά μήνες, εφτά μήνες μετά βλέπω τον αριθμό στα views να ξεπερνά τις δέκα χιλιάδες και εκπλάγηκα με τον εαυτό μου που κατάφερα να δεσμευτώ και να συνεχίσω να γράφω για εφτά μήνες. Αν σκεφτείς ότι το γραφείο μου είναι γεμάτο με ημερολόγια όπου έχουν γραμμένες τρεις-τέσσερις σελίδες μόνο εξηγά πολλά.

Ναι, ένα που τα άσχημα στοιχεία της φύσης μου είναι πως χάνω αναλόγος γρήγορα ενδιαφέρον και τα παρατάω εύκολα. Δεν είμαι πεσσιμίστρια ούτε χάνω ελπίδες γρήγορα, απλά, όταν χάσω την όρεξη μου σε κάτι απλά το νιώθω σαν αγκαρία και σπατάλη του χρόνου μου, ενώ θα μπορούσα κάλλιστα να έκανα κάτι καινούργιο το οποίο και θα με έκανε να νιώθω ωραία καθώς το έκανα.

Το ίδιο και με τούτο το μπλογκ. Είχα το ξεκινήσει για να καταγράφω κάτω γεγονότα και σκέψεις της εφηβικής μου ζωής αλλά μέσα μου ένιωθα πως δεν θα τραβούσε παραπάνω που τρεις μήνες. Μάshαλλα όμως, καλά τα πάμεν ως τωρά. Ένας που τους κύριους λόγους που εσυνέχισα να γράφω ήταν επειδή είδα είχα απήχηση (νομίζω εν πολλά φυσική συμπεριφορά). Γι'αυτό, σαν δώρο για τα δέκα χιλιάδες views, θα μοιραστώ μαζί σας μία ιστορία αχαλίνωτου πάθους και σεξ (no, not really) που εβίωσα όσον ήμουν ένα μήνα στην Αμερική.

Αστεία αστεία, αλλά μόνο ένα πλάσμα, ο κολλητός μου, ξέρει τούτη την ιστορία. Άλλα επειδή ξέρω το ότι σας αρέσκει άμαν σας διηγούμαι τις αταξίες μου, πιστεύκω κάμνει για ευχαριστήριο δώρο.
****
Ξεκινώ...

Σε ένα προηγούμενο μου ποστ είχα περιγράψει τα διάφορα αγόρια που είχα έρθει κάπως κοντά τους όσον ήμουν Αμερική. Κάμε κλικ δαμέ και αν βαρκέσαι το πολύν θκιάβασμα πίενε τζιαμέ που μιλώ για τον Πολωνό. Επειδή με τούτον θα ασχοληθούμεν σήμερα. Πίενε θκιάβασε και έλα πίσω γιατί μετά εν θα καταλάβεις και πολλά (μεν αγχώνεσε δύο παραγράφους έγραψα για εκείνον ούλον τζι'ούλον).

Λοιπόν.... Τις τελευταίες τρεις μέρες στο Αμέρικα, μας επήραν στην πρωτεύουσα και μέναμε δυο-δυο σε κάτι διαμερίσματα - έμπενες μέσα, είχεν εναν μιτσή όφκερο δωματιούι, ακόμα ένα πολλά μεγαλύτερο δωμάτιο με δύο κρεβάτια, ένα μπανιο και μία κουζίνα. Το δε διαμέρισμα ήταν όφκερο μεν φανταστείς και πολλά. Ο μόνος του σκοπός ήταν για να έχουμεν κάπου να κοιμόμαστε την νύχτα και απλά εβόλεφκεν που ήταν δίπλα που τον σταθμό του μετρό και μες το urban ring της πόλης.
Αν κι εγώ και η Βουλγάρα είμαστουν αρκετά άτυχες, έκατσεν μας ένα αχούρι! Το μπάνιο και το υπνοδωμάτιο ήταν γεμάτα με κάτι μαύρες σγουρές τρίχες - θέλαμε να πιστεύουμε πως ήταν τρίχες στήθους (ναι.... μάλλον δεν ήταν....).

Το πρώτο βραδάκι ξαπλώσαμε από νωρίς στα κρεβατάκια μας μιας και είχαμεν εξουθενωθεί πρώτη μέρα στην Ουάσινγκτον. Ούτε καν τις βαλίτσες μας δεν τις είχαμε αδειάσει.

Καθώς κοιμόμουν ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα πως κάποιος με παρακολουθούσε. Δίχας τον έλεγχο μου, τα μάτια μου άνοιξαν απότομα και το χέρι μου εκτινάχθηκε στον αέρα. Αμέσως είχα κτυπήσε με δύναμη...κάτι...
Γύρισα αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τι ήταν, ή μάλλον καλύτερα, ποιός. Άκουσα ένα μπάσο βογκητό, ένα πνιγμένο χαχάνισμα και κάποια γνώριμη αντρική φωνή να μου απολογείται συνέχεια.

Έχω εφτά βαθμούς μυωπία (πρέπει να πάω οφθαλμίατρο γιατί νομίζω εψήλωσεν πάλε αλλά τέσπα), και έτσι μες το μισοσκόταδο ειλικρινά δεν έβλεπα την τύφλα μου. Ρωτώ τους ποιοί είναι ειδεμή θα έπρεπε να πλησιάσω σε απόσταση δέκα εκατοστών για να τους αναγνωρίσω. Ήταν ο Γάλλος, ο Κούρδος και ο Πολωνός.

"Τι κάμνετε δαμέ;!" σύρισα μέσα από τα δόντια μου για να μην ξυπνήσω την Βουλγάρα.
"Ήρταμεν για το πάρτυ" είπεν χαρωπά ο Κούρδος και ξαφνικά άκουσα δύο-τρεις συγχορδίες πάνω στην κιθάρα.
"Έφερες και την κιθάρα σου;!!"
"Ε βέβαια. Γίνεται πάρτυ χωρίς κάποιος να φέρει την κιθάρα;" τέλια χαλαρά σαμπώς και δεν ήταν δύο η ώρα τα χαράματα, τρία αγόρια μες το δωμάτιο δύο κοιμισμένων κοριτσιών, στο οποίο και δεν θα σχολιάσω το γεγονός το ότι επαραβιάσαν την πόρτα παράνομα και εμπήκαν μέσα (απορώ ποιός ήταν τζίνος που ήξερεν πως να παραβιάσει την κλειδαριά...χμμ....το στοίχημα μου πάει πας τον Κούρδο).

Εξύπνησα την Βουλγάρα για να της δείξω τους ακάλεστους επισκέπτες μας. Και κατευθύνθηκα προς την βαλίτσα μου για να έβρω ένα παντελονάκι να φορήσω μιας και ήμουν τελίως προβλητικά ντυμένη ή μάλλον άντυτη. Ψηλάφισα μες το σκοτάδι και πάγωσα μόλις ένιωσα την βαλίτσα μου που ήταν ανοιχτή. Με απότομες και άτσαλες κινήσεις ήβρα και άνοιξα τα φώτα του δωματίου, έριξα μία γρήγορη (θολή) ματιά και έπειτα πήγα στην κουζίνα.
Την επόμενη μέρα τους ευχαρίστησα πας το φέιςμπουκ που με εβοήθησαν να ξεπακετάρω
Άνοιγα ερμάρια, συρτάρια, κοίταζα πράγματα που κρέμονταν από τις λάμπες, ως και μες την κατάψυξη εβάλαν ρούχα μου. Τα αγόρια με παρατηρούσαν τρομοκρατημένα καθώς περίμεναν να δουν την αντίδραση μου.
Γυρίζω με ένα χαμόγελο που το ένα αυτί ως το άλλο και σφίγκω τους τα χέρια λέγοντας τους πως ήταν τέλειο και πως ήταν πολλά αστεία φάρσα. Η Βουλγάρα ήταν αγουροξυπνημένη και δεν είδεν το θέαμα. Αντίκρισεν το το επόμενο πρωί και η αντίδραση της ήταν καταπληκτική.

Είμασταν λοιπόν πέντε άτομα, η ώρα ήταν δύο. Αποφασίσαμεν και ρίξαμεν τα στρώματα χαμέ, επιντόσαμεν τα δίπλα δίπλα, στο ένα εξάπλωσαν ο Κούρδος και ο Γάλλος, στο διπλανό η Βουλγάρα κι εγώ και για τέλος, πας το έπιπλο του κρεβατιού δίπλα μου εβάλαμεν το Πολωνό επειδή για τρεις εβδομάδες έσπασεν μας τα με το να το παίζει δυνατός και να σύρνει κουβέντες της φάσης "Εμείς οι Σλάβοι αντέχουμεν τα πάντα!". Ξάπλωνε πας το ξύλο τώρα να σε δω!

Μετά που έπαιξεν ο Κούρδος την μουσικούα του, κατά τις τρεις είχαμεν ούλοι γύρει να κοιμηθούμεν. Ο Πολωνός δίπλα μου, κάθε φορά που ετάρασεν ετρίζαν και τα ξύλα. Δώστου τρίξιμον, δεν εσταματούσεν. Φακκώ του κι εγώ με την παλάμη μου πας το χέρι του για να τον κάμω να σταματήσει και που την κούρασην μου αφήσα το χέρι μου πάνω στο κρεβάτι του. 

Εδώ ξεκινά το φαν παρτ.

Άρκεψεν ο κύριος και εχαΐδευκεν το. Δώστου χάιδεμα για δεκαπέντε λεπτά και.... Σαμπώς και δεν είχεν ξανακουμπήσει θηλυκό χέρι. Σφίγγω του το. Για να σταματήσει βέβαια. Έλαβεν το λες και του έδωσα το πράσινο φως για να συνεχίσει. Το χάδι του άλλαξε πορεία, κατευθύνθηκε προς το πρόσωπο μου. Άρχισε να μου πειράζει τα μαλλιά μου. Προσωπικά έχω αδυναμία με το να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά μου, το λατρεύω. Δεν υπάρχει ανώτερο αίσθημα χαλάρωσης για εμένα.

Έτσι για κάμποσα λεπτά μου χάιδευε τα μαλλιά μέχρι που τα δάχτυλα του επιδέξια κινήθηκαν προς το πρόσωπο. Μου χάιδεψε τα μάγουλα, τα βλέφαρα, την μύτη, το σαγόνι και τέλος τα χείλη. Έμεινε εκεί. Να παίζει με το κάτω μου χείλος. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου. Δεν ήξερα αν ήταν ξύπνιος ή αν κοιμόταν ελαφρά. Με την τύφλα μου δεν εκατάφερνα να δω. 
Στα πολλά τα χάδια... εν άντεξα... Ήταν ο ένας μήνας μαζί του. Ήταν η ρομαντική μου ψυχή. Ήταν και η στέρηση μου να μεν το ξεχνούμεν και τούτο.

Άρπαξα του το χέρι, σηκώθηκα ελαφρώς, έφερα το πρόσωπο μου αργά αργά πιο κοντά στο δικό του και με κλειστά τα μάτια κατάφερα και κούchισα το πάνω του χείλος (κάτι πρέπει να κάμουμεν με τούτη την μυωπία...). Τα μάγουλα μου πήραν φωτιά. Ξάπλωσα πάλε πίσω στην θέση μου και έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι.

Πως μου ήρτεν να τον φιλήσω;!!!!! Έχασα τον τέλια!!! Τι επία και τον εφίλησα η πελλή; Και μάλιστα με άλλο τρία πλάσματα να τζιμούντε πέντε εκατοστά πάρατζι μου.

Ακούω ένα κρικ.

Βλέπω το χέρι του Πολωνού να ξαναπλησιάζει το πρόσωπο μου. Άρχισα να τρέμω στο άγγιγμα του. Λες να ήταν το άγχος; Λες να ήταν η αδρεναλίνη μου που είχεν εκτοξευθεί στα ύψη; Έτρεμα, όπως έτρεμα στο πρώτο μου φιλί. Με τον Ψυχοπαθή δεν είχε αντιδράσει ποτέ το σώμα μου έτσι.. Πίστευα πως είχε χαθεί στο πρώτο μου φιλί αλλά χάρηκα μόλις είδα πως έτρεμα ξανά, όπως το σπουργιτάκι.

Εγέλασεν χαμηλόφωνα.

Κρακ.

Είχεν κρεμαστεί από το κρεβάτι και έρχονταν όλο και πιο κοντά μου.

Κρακ κρακ.

Ο ήχος του κρεβατιού που έτριζε γέμιζε το δωμάτιο. 

Πήρα μία βαθιά ανάσα. Σκέφτηκα πως αν δεν έκανα κάτι κάποιος θα ξυπνούσαι και μετά κάτσε εξήγα τα ανεξήγητα. Ανυψώθηκα λίγο, πέρασα το χέρι μου γύρω από τον λαιμό του και τον άφησα να με φιλήσει. 

Κρακ. Κρικ. Κρακ.

"Μεν ταράσεις και εν να τους ξυπνήσουμεν" 

"Ε και;" (μα παίζεις μαζί με το άγχος μου ολάν;!) Έστριψε προς το πλάι και έφερε τα χείλη του δίπλα από το αυτί μου "Μεν φοβάσαι" ψιθύρισε. Έπειτα μου δάγκωσε παιχνιδιάρικα το λοβό μου και άρχισε να μου φιλά το αυτί. 
Εεεεε εντάξει. Τζιαμέ εχάσαμεν τον τέλια. Είχεν μου ανάψει φωθκιές και δύσκολα θα μου τις έσβηνε.

Έτσι αφνιδιαστικά όμως ένα γυναικείο ερωτικό βογκητό αντήχησε μες το σκοτεινό δωμάτιο. Ο Πολωνός σταμάτησεν απότομα.

"Εν ήμουν εγώ!" βιάστηκα να δικαιολογηθώ. Μα τί γινεται δαμέ; Άλλη πειράζουν και άλλη φκάλει τους ήχους; Παρατηρήσαμεν και οι δύο την Βουλγάρα δίπλα μου η οποία εσυνέχιζεν να βγάζει αδύναμα βογκητά και στεναγμούς.

"Δεν είμαστε οι μόνοι με άτακτες σκέψεις απόψε" (ναι, ναι, κάμνε χαρούες εσύ....) Εκατεύθυνε το σαγόνι μου να γυρίσει προς εκείνον και με ξαναφίλησεν. Πρέπει να επέρασεν ένα λεπτό όταν μας διάκοψε ακόμα ένας ήχος της νύχτας.

Η συμφωνία ρογχαλιτών του Κούρδου. Αγνοήσαμεν τα στην αρχή αλλά όταν έφτασαν στο φόρτε τους δεν αντέξαμεν και εγελάσαμεν - ξέρεις, με τζίνο το πνιγμένο γέλιο. Ξάπλωσα πίσω στο μαξιλάρι μου και προσπάθησα να πνίξω τα γέλια μου. Το ίδιο έκανε και ο Πολωνός. Όταν προσπάθησα να ξανασηκωθώ για να πάω προς εκείνον, η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά για ένα δευτερόλπτο όταν είδα πως και ο Γάλλος είχεν ξυπνήσει και κάθονταν στο στρώμα. 

Είδεν με. Είδα τον.

Η πιο γρήγορη μου αντίδραση που κατάφερα να βγάλω εις πέρα ήταν να κάμω ότι τάχα εσηκώστηκα για να αλλάξω στάση. Εγύρισα την πλάτη στον Πολωνό και έππεσα να θωρώ τα μούτρα της Βουλγάρας. Ενόμισα ότι ήταν να αντέξω να περιμένω έτσι για κανένα δεκάλεπτο μέχρι να κοιμηθεί και ο Γάλλος όμως!

Είχεν με πιάσει ο ύπνος μες σε δευτερόλεπτα. Όπως το κτηνό.

Το πρωί όταν εξύπνησα ο Πολωνός δεν ήταν στο κρεβάτι του. Είχεν φύγει να πάει να κοιμηθεί για λίγες ωρίτσες στο μαλακό του κρεβάτι. Είδηση δεν επήρα.

Και βασικά, όταν με ρωτούν αν έκαμα καμιά "αταξία" όσο ήμουν Αμερική, λαλώ τους πως ήμουνα ένα αγκελούδι - και απογοητεύουνται (ένα πράμαν το ότι ούλοι εκαρτερούσαν πως ήταν να πάω τζιμέσα και ήταν να εγύριζα το νέο season του  Sex & City δεν το καταλάβω... είπαμεν ότι είμαι παθιασμένη κορούα αλλά όι και έτσι). Τωρά να είμαστε και λίον ρεαλιστές, εν και έκαμα και τίποτε το πολλά naughty - ο τίτλος του ποστ ανεβάζει πολλά τα expectations. 
Αλλά πάλε, άρεσεν μου πολλά η κατάσταση που είχα βρεθεί. Τούτη ούλη η αδρεναλίνη. Οι κτύποι της καρδιάς μου που είχαν φτάσει τους 200. Εν τούτο το αίσθημα κινδύνου που όπως και να το κάμουμεν εν αφροδισιακό.

7 σχόλια:

  1. Πρέπει να δεις πώς "εγνώρισα" το καλαμαράκι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εν τζίνος που γράφεις στα τελευταία σου τρία έντρις;
      Ήθελα να κάμω κόμμεντ γιατί αρέσκει μου πολλά να θκιαβάζω ρομαντικές ιστορίες αλλά δεν με άφηνεν ο μπλόγκερ.

      Διαγραφή
    2. Όι, τούτος εν άλλος. Αν γράφω αλλό λία χρόνια ίσως γίνει ποστ. :p Τα comments δεχούμαστε τα σε τουίτερ και mail αν θέλεις, είπα να τα κλείσω γιατί εν επερίμενα κάποιος να θέλει να σχολιάσει κάτι. :p

      Διαγραφή
  2. Πε με εκκεντρω και ξενερα, αλλα αν μου άνοιγε εμένα κάποιος τη βαλίτσα και αν μου κρεμαζαν τα πραματα μου έτσι, ήταν να γίνει ο κακός χαμός. Τούτα ενεν αστεία που μου αρεσκουν. Το ότι μπήκαν στο δωματιο, οκ, να το δεχτώ, ωραία εφηβική πελλαρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αν η βαλίτσα μου ήταν σασμένη και ούλα διπλωμένα ήταν να νευριάσω κο εγώ αλλά ήταν έναν χάλιν μαύρο και κάπως εβοήθησεν με να κάτσω να την σάσω σωστά

      Διαγραφή
  3. συμφωνω με την κολονα εγω. αλλα εν οι ιστοριες της εφηβειας τουτες που εν σε κοφτει τοσο για τουτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αρέσκει μου που σχολιάζεται για τα ρούχα παρά για την "naughty" ιστοριούλα χαχαχαχα

      Εν τούτες οι χαρές της εφηβείας εν νεν νει;

      Διαγραφή